βουνοειδής

βουνο-ειδής, ές,
A hill-like, hilly, D.S.5.40, Str.11.8.4, Plu.Thes.36, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουνοειδής — βουνοειδής, ές (Α) όμοιος με βουνό …   Dictionary of Greek

  • βουνοειδής — hill like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνοειδῆ — βουνοειδής hill like neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) βουνοειδής hill like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) βουνοειδής hill like masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνοειδεῖς — βουνοειδής hill like masc/fem acc pl βουνοειδής hill like masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνοειδές — βουνοειδής hill like masc/fem voc sg βουνοειδής hill like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνοειδέσιν — βουνοειδής hill like masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ειδής — ές (είδος*) β συνθετικό επιθέτων και απλή παραγωγική κατάληξη, που δηλώνει ότι το ουσιαστικό το οποίο προσδιορίζεται από το επίθετο έχει τη μορφή που δηλώνει το α συνθετικό. Εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό σύνθετων λέξεων στη Νέα Ελληνική, έναντι… …   Dictionary of Greek

  • βουνό — Ονομασία τριών οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 120 μ., 7 κάτ.) των Κυθήρων. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νησιού και υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κυθήρων της νομαρχίας Πειραιώς. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 680 μ., 251 κάτ.) στην πρώην… …   Dictionary of Greek

  • βουνώδης — βουνώδης, ες (Α) [βουνός] βουνοειδής, ορεινός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.